Φεβρουαρίου 23, 2008

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ

Posted in Χωρίς κατηγορία στις 9:30 μμ από Πατήρ Χρήστος Πυτιρίνης

Η αλήθεια της Εκκλησίας και οι Παρανοήσεις της

Αγαπητοί μου αδελφοί, η αγία μας Εκκλησία κλείνοντας την ευλογημένη περίοδο των εορτών του αγίου Δωδεκαημέρου, στην οποία γιορτάζουμε την αποκάλυψη του Θεού σε μας, α) με την Ενσάρκωση του δευτέρου προσώπου της αγίας Τριάδας στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό και β) με την Βάπτιση του Χριστού όπου φανερώνονται και τα τρία πρόσωπα αυτός αγίας Τριάδας, θέλει να απευθυνθεί στα παιδιά της και να τα πληροφορήσει υπεύθυνα για το θέμα του Μεγάλου Αγιασμού ο οποίος τελείται κάθε χρόνο αυτός 5 και 6 Ιανουαρίου. Πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι ρωτούν αν ο Αγιασμός αυτός πίνεται, χρησιμοποιείται για ραντισμό, φυλάσσεται στα σπίτια και αν αντικαθιστά την Θεία Κοινωνία. 1. Ο Αγιασμός που τελείται την παραμονή και ανήμερα της γιορτής των Θεοφανείων είναι ακριβώς ο ίδιος. Ο Μικρός Αγιασμός τελείται την πρώτη μέρα κάθε μήνα καθώς και εκτάκτως όταν το ζητούν οι χριστιανοί σε διάφορες περιστάσεις. Δεν τίθεται θέμα ποιος είναι αγιότερος και ποιος λιγότερο άγιος, καθώς και οι δύο τύποι αγιασμού είναι αγιασμένοι από τη ζωοποιώ χάρη του αγίου Πνεύματος. 2. Ο Μεγάλος Αγιασμός φυλάσσεται όλο το χρόνο στο ναό και δίδεται στους χριστιανούς σε 2 περιπτώσεις: όταν κάποιος είναι ασθενής «εις αγιασμόν και ίασιν ψυχής τε και σώματος» και στην περίπτωση που κάποιος χριστιανός δεν μπορεί να μεταλάβει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού γιατί διατελεί κάτω από κάποιο παιδαγωγικό επιτίμιο του πνευματικού του. Ο Μεγάλος Αγιασμός δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση την αγία Κοινωνία, αλλά δίδεται σαν μία παρηγοριά στους χριστιανούς που δεν μπορούν να κοινωνήσουν και για να ενισχυθούν στον αγώνα τους για την μετάνοια. 3. Ο Μεγάλος Αγιασμός είναι δυνατόν να φυλάσσεται και στα σπίτια των ευσεβών χριστιανών όλο το χρόνο για τον αγιασμό τους «δια του ραντισμού και της μεταλήψεως», καθώς για να αγιάζουν τα ίδια τα σπίτια τους, τους κήπους, τα σπαρτά τους, τα ζώα, τα οχήματα τους κλπ. Είναι καλό να χρησιμοποιείται και για την προφύλαξη μας από την βασκανία και κάθε σατανική ενέργεια και όχι άλλα δεισιδαιμονικά ξόρκια, λάδια, ξεματιάσματα κλπ. Εξυπακούεται πως στο σπίτι, διατηρούμε τον Αγιασμό (Μικρό ή Μεγάλο) στο εικονοστάσιο όπου καίει κανδήλα και πως τα μέλη της οικογενείας αυτής επιμελώς θα αποφεύγουν τις αφορμές και αιτίες της αμαρτίας που φυγαδεύουν την θεία χάρη. 4. Τέλος θα εξετάσουμε τη σχέση του Μεγάλου Αγιασμού και της νηστείας. Δεν νηστεύουμε την παραμονή των Θεοφανείων για να πιούμε την άλλη μέρα τον Μεγάλο Αγιασμό, αλλά νηστεύουμε για την Μεγάλη εορτή των Θεοφανείων! Η ιστορική αρχή του Μεγάλου Αγιασμού είναι η εξής: Στην αρχαία Εκκλησία την Παραμονή των Θεοφανείων γινόταν η βάπτιση των Κατηχουμένων, δηλαδή των νέων χριστιανών (όπως την παραμονή του Πάσχα και της Πεντηκοστής). Τα μεσάνυχτα τελούνταν ο αγιασμός του ύδατος για την τελετή του βαπτίσματος˙ τότε εισήχθη η συνήθεια (όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) οι χριστιανοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό και να πίνουν ή να το μεταφέρουν στα σπίτια τους προς ευλογία και να το διατηρούν όλο το χρόνο. Αργότερα όμως (σε καιρούς λειτουργικής παρακμής) η ακολουθία του αγιασμού απομονώθηκε από αυτή του βαπτίσματος παρόλο που διατήρησε πολλά στοιχεία του. Παρέμεινε η συνήθεια οι πιστοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό «προς αγιασμόν οίκων» όπως αναφέρει η καθαγιαστική ευχή του Μεγάλου Αγιασμού. Νωρίς επίσης επικράτησε και η συνήθεια της νηστείας προ της εορτής των Θεοφανείων, για δύο λόγους: Πρώτον. Η δύο μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων στην αρχαία Εκκλησία ήταν ενωμένες σε μία, αυτή των Θεοφανείων ή Επιφανείων, που τελούνταν στις 6 Ιανουαρίου (συνήθεια που διατηρείται στην Αρμενική Εκκλησία μέχρι σήμερα) όμως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (5ος αιώνας) χώρισε τις δύο γιορτές και όρισε η μεν Γέννηση του Χριστού να γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου, η δε Βάπτιση και φανέρωση της αγίας Τριάδας στις 6 Ιανουαρίου. Πριν από κάθε Δεσποτική εορτή προηγούνταν νηστεία για την ψυχική και σωματική κάθαρση των πιστών. Ας θυμηθούμε πως η νηστεία έχει μέσα της το στοιχείο του πένθους για τις αμαρτίες μας. Έτσι όταν χώρισαν οι δύο γιορτές η νηστεία που προηγούνταν ακολούθησε τη γιορτή των Χριστουγέννων γι’ αυτό η Εκκλησία όρισε να νηστεύουμε μόνο την παραμονή των Θεοφανείων σαν προετοιμασία για την γιορτή και όχι περισσότερες ημέρες γιατί βρισκόμαστε σε εορταστική περίοδο, το άγιο Δωδεκαήμερο. Και Δεύτερον. Αρχαία συνήθεια ήταν επίσης αυτοί που θα βαπτίζονταν να νηστεύουν και μαζί με αυτούς οι ανάδοχοι, οι συγγενείς αλλά και άλλοι χριστιανοί οι οποίοι τηρούσαν εθελοντικά νηστεία «υπέρ των βαπτιζομένων». Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο στη συνείδηση των χριστιανών να συνδεθούν η πόση του αγιασμού και η νηστεία, χωρίς να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ αυτών. Έτσι λοιπόν, μεταφέροντας το ζήτημα στη σημερινή εποχή μπορούμε να πούμε τα εξής: Οι τακτικώς μεταλαμβάνοντες των αγίων Μυστηρίων και τηρούντες στις νηστείες της Εκκλησίας μας (και της 5ης Ιανουαρίου) δεν χρειάζεται να νηστέψουν παραπάνω για να πιουν από το Μ. Αγιασμό. Γι’ αυτούς που τον πίνουν γιατί δεν μπορούν να μεταλάβουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ας νηστεύουν όσο ορίσει σε αυτούς ο πνευματικός τους. Τέλος όσοι εκτάκτως πίνουν από το Μ. Αγιασμό που φυλάσσουν στο σπίτι τους, σε ώρες ασθενειών και κινδύνων μετά ή άνευ νηστείας, ας μην υστερούν στην πνευματική νηστεία «απέχοντες από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού».

Χρόνια Πολλά,

Ευλογημένα Θεοφάνεια!

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Posted in Χωρίς κατηγορία στις 9:11 μμ από Πατήρ Χρήστος Πυτιρίνης

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς  (Πατέρα μας που βρίσκεσαι στους ουρανούς). Η προσφώνηση «Πάτερ», (δηλαδή Πατέρα) φανερώνει την τρυφερή σχέση που συνδέει τους ανθρώπους με το Θεό. Ο Θεός είναι Πατέρας μας. Δεν είναι τιμωρός, δεν είναι χωροφύλακας της παγκόσμιας ηθικής τάξης, δεν είναι αφέντης ούτε και απρόσιτος κυρίαρχος του σύμπαντος. Είναι ο πατέρας μας κι εμείς τα παιδιά του. Έχουμε την μοναδική τιμή, η οποία είναι και ευθύνη, να είμαστε παιδιά του Θεού και να μπορούμε να τον φωνάζουμε με το στοργικό προσωνύμιο Πατέρα. Το να αποκαλούμε το Θεό Πατέρα δεν είναι μόνο μια τυπική προσφώνηση χωρίς κανένα ουσιαστικό νόημα ή περιεχόμενο. Πίσω από την προσφώνηση αυτή αποκαλύπτεται η αγάπη του Θεού προς εμάς αλλά και υποδηλώνεται η εμπιστοσύνη που καλούμαστε να δείχνουμε σ´ Αυτόν. Υπάρχει ακόμα και κάτι άλλο που πρέπει να επισημάνουμε. Όταν αποκαλούμε το Θεό Πατέρα έχουμε παράδειγμα για την ποιότητα της πατρικής ιδιότητάς του. Στην παραβολή του Ασώτου, ο Πατέρας (δηλαδή ο Θεός) σέβεται την ελευθερία του παιδιού του έστω κι αν αυτή στρέφεται εναντίον του, αγωνιά για το παιδί του για όσο διάστημα αυτό βρίσκεται μακριά του, κι όταν το παιδί επιστρέφει, διαγράφει τα λάθη και τις αποτυχίες του, το συγχωρεί χωρίς δισταγμό και το αποκαθιστά ξανά ως παιδί του. Η ομολογία ότι ο Θεός είναι κοινός Πατέρας είναι ταυτόχρονα και μια ομολογία ότι ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχει μια σχέση πνευματικής αδελφοσύνης. Αν οι άνθρωποι έχουμε ένα κοινό πατέρα τότε όλοι είμαστε αδέλφια. Όλοι αποτελούμε μια οικογένεια και όλοι είμαστε ίσοι. Ο τοπικός προσδιορισμός «ἐν τοῖς οὐρανοῖς» δεν πρέπει να ερμηνεύεται κυριολεκτικά αλλά μεταφορικά. Ο Θεός είναι ο Πατέρας μας αλλά η αγαπητική αυτή σχέση δεν καταργεί τη θεϊκή Του ουσία. Αυτός παραμένει Θεός κι εμείς παραμένουμε άνθρωποι. Είναι η δική του άπειρη συγκατάβαση που μας μετατρέπει σε κατά χάρη παιδιά Του.

Ἁγιασθήτω το ὄνομά Σου  (Ας αγιασθεί το όνομά Σου). Εδώ προκύπτει το εξής ερώτημα: Δεν είναι ήδη αγιασμένο το όνομα του Θεού και περιμένει από εμάς να το αγιάσουμε; Και πώς μπορεί να αγιαστεί το όνομα του Θεού αν δεν είναι αγιασμένο; Η απάντηση, βέβαια, είναι προφανής. Το όνομα του Θεού είναι ήδη αγιασμένο και η αγιότητά Του (αυτή καθαυτή) δεν επηρεάζεται από τη δική μας κατάσταση. Το νόημα αυτής της αιτήσεως είναι να μας δώσει ο Θεός τη δύναμη να αποκαλύψουμε με τη ζωή μας σε όλους τους ανθρώπους την αγιότητα του Θεού. Δηλαδή η δική μας ζωή να γίνει ένας καθρέφτης στον οποίο να καθρεφτίζεται η αγιότητα του Θεού κι έτσι με την παρουσία μας να κηρύσσεται παντού η αγιότητα του Θεού.

Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου  (Ας έλθει η βασιλεία Σου). Κάθε Χριστιανός προσδοκεί με όλη τη δύναμη της ψυχή του τον ερχομό της βασιλείας του Θεού γιατί θα είναι μια κατάσταση ζωής στην οποία θα πρυτανεύει η αγάπη, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η χαρά, η ισότητα κι η αδελφοσύνη. Γι’ αυτό και όλα όσα κάνει ο Χριστιανός στοχεύουν στον ερχομό της βασιλείας του Θεού. Πώς όμως θα έρθει η βασιλεία του Θεού; Όχι βέβαια ουρανοκατέβατη ούτε και με απλά τυπικά ευχολόγια. Η βασιλεία του Θεού έρχεται όταν ο κάθε Χριστιανός εφαρμόζει στη ζωή του όλα όσα η βασιλεία του Θεού επαγγέλλεται. Κι αυτό γιατί αν η βασιλεία του Θεού δεν θρονιαστεί πρώτα στην ψυχή μας δεν πρόκειται να γίνει ποτέ υπαρκτή πραγματικότητα. Γι’ αυτό και παρακαλούμε το Θεό να μας ενδυναμώνει για να μετατρέψουμε με τη Χάρη Του τον κόσμο σε δική Του βασιλεία.

Γενηθήτω το θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς (Ας εφαρμοστεί το θέλημά  Σου και στη γη όπως και στον ουρανό). Η εφαρμογή του θελήματος του Θεού είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει πραγματικότητα η βασιλεία του Θεού. Το θέλημα του Θεού είναι η αληθινή καταξίωση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος ως δημιούργημα του Θεού, τελειοποιείται και γίνεται αληθινός άνθρωπος όταν και όσο εφαρμόζει στη ζωή του το θέλημα του Θεού. Η εφαρμογή του θελήματος του Θεού χαρίζει στον άνθρωπο ψυχοσωματική αρμονία καθώς αποκαθιστά τις σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό, το συνάνθρωπο, την κτίση και τον ίδιο τον εαυτό του. Η απομάκρυνση από το θέλημα του Θεού επιφέρει στον άνθρωπο εσωτερική αναστάτωση καθώς απομακρύνεται από αυτό για το οποίο φτιάχτηκε. Εννοείται, βεβαίως, ότι η εφαρμογή του θελήματος του Θεού, η φανέρωση της αγιότητάς του αλλά και ο ερχομός της βασιλείας του δεν είναι καταστάσεις που εξαρτώνται μόνο από τη δική μας διάθεση και θέληση. Χωρίς τη βοήθεια και την ενίσχυση από το Θεό τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί. Γι’ αυτό και ο Κύριος μάς παροτρύνει να παρακαλούμε το Θεό-Πατέρα να ενισχύει και να ενδυναμώνει τις δικές μας προσπάθειες και να καλύπτει τις πολλές ατέλειές μας.

Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον (Το ψωμί που

είναι απαραίτητο για την ουσία μας δώσε μας το σήμερα).Η αίτηση για το ψωμί έχει διπλή σημασία. Το απαραίτητο για την ουσία μας ψωμί δεν είναι μόνο το υλικό ψωμί, δηλαδή, οι διάφορες υλικές ανάγκες μας, αλλά και η πνευματική τροφή που είναι απαραίτητη σε κάθε άνθρωπο και η οποία είναι η σωστή σχέση με το Θεό. Η διακήρυξη της Παλ. Διαθήκης, την οποία επανέλαβε ο Κύριος, «οὐκ ἐπ’ ἄρτω μόνον ζήσεται ἄνθρωπος», είναι πέρα για πέρα αληθινή και τη βλέπουμε να επαληθεύεται καθημερινά. Ο άνθρωπος δεν αρκείται μόνο με την ικανοποίηση των υλικών αναγκών του. Χρειάζεται και κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο που θα χορτάσει την πνευματική πείνα και την πνευματική δίψα του. Οι πατέρες της Εκκλησίας πολύ γρήγορα ερμήνευσαν την αίτηση αυτή ως επιθυμία συμμετοχής στη Θεία Ευχαριστία όπου προσφέρεται ως άρτος και οίνος το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και στη Θ. Λειτουργία η εκφώνηση της Κυριακής Προσευχής γίνεται ελάχιστα πριν από τη στιγμή της Θείας Κοινωνίας.

Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς οφειλέταις ἡμῶν (Και συγχώρεσε τις αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε αυτούς που μας έκαναν κακό)

Το αίτημα αυτό είναι μια δέσμευση που αναλαμβάνουμε έναντι του Θεού. Ζητούμε από το Θεό να μας συγχωρήσει με μέτρο και κριτήριο τη δική μας συγχωρητικότητα. Τόσο να μας συγχωρέσει όσο εμείς συγχωρούμε. Αν εμείς δεν συγχωρούμε τους συνανθρώπους μας τότε δε νομιμοποιούμαστε να ζητήσουμε το έλεος του Κυρίου. Η σχέση με τους συνανθρώπους μας γίνεται το κριτήριο για τη σχέση μας με το Θεό.

Καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ (Και μη μας βάζεις σε δοκιμασία αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό). Επειδή αναγνωρίζουμε ότι η ζωή είναι συνυφασμένη με πολλές δοκιμασίες και ποικίλους πειρασμούς κι επειδή συναισθανόμαστε την αδυναμία και την ατέλειά μας, παρακαλούμε τον Κύριο να μας προστατεύει από τις παγίδες που στήνει στο δρόμο μας ο πονηρός Διάβολος. Τον ικετεύουμε να μην επιτρέπει στους πειρασμούς να μας καταβάλλουν, να μας απογοητεύουν, να μας απομακρύνουν από την αγάπη Του. Και βέβαια ζητούμε από τον Πατέρα μας να μας απαλλάξει από τη ρίζα, την αιτία και την πηγή της κακίας που είναι ο Διάβολος. Η οριστική επικράτηση της βασιλείας του Θεού είναι αδύνατη χωρίς την τελική εξουδετέρωση του μισόκαλου Σατανά.

 

Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΕΡΙΟΥ

Posted in Χωρίς κατηγορία στις 8:58 μμ από Πατήρ Χρήστος Πυτιρίνης

Όλα τα πράγματα που βρίσκονται εντός του Ναού έχουν και το συμβολισμό τους. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του  Παλαμά: «Πᾶσα τελετή καί πᾶν ἐπί μέρους στοιχεῖον αὐτῆς, καί τό πλέον ἔτι φαινομενικῶς μικρόν καί ἀσήμαντον εἶναι σύμβολον καί ἐγκρύπτει τήν ὑπέρ λόγον ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν συμβολίζει, καί ὡς ἐκ τούτου ἔχει δύναμιν καί λόγους καί σημασίαν».Ένα τέτοιο σύμβολο που λέγει ο Άγιος Πατήρ είναι και το κερί η η λαμπάδα. Οι πρώτοι χριστιανοί χρησιμοποιούσαν το κερί ως μέσο φωτισμού στις συνάξεις τους. Όταν τον 4ο αιώνα ο Μ. Κωνσταντίνος παύει τούς διωγμούς εναντίον των χριστιανών, έχομε και την ανέγερση Ναών όπου η Εκκλησία για να διασώσει ένα τμήμα από την ύπαρξή της εντάσσει στη λατρεία το κερί στο οποίο αποδίδει τούς εξής συμβολισμούς: α) Το προσφερόμενο κερί μας υπενθυμίζει την εσωτερική μας μεταμόρφωση την οποία πρέπει να επιδιώκομε. β) Το άναμμα του κεριού μας παρακινεί να ζητήσωμε από τον Θεο τη Χαρη του Αγίου Πνεύματος, και γ) Η φλόγα του κεριού μας υπενθυμίζει ότι πρέπει να γίνομε φλογεροί ποιητές της πίστεώς μας, της αγάπης, της ειρήνης και της ανεξικακίας. Το κερί όμως το συναντάμε και σε όλα τα  μυστήρια της Εκκλησίας και κάθε φορά με διαφορετικό συμβολισμό. Στην Θεία Ευχαριστία, συμβολίζει το φως του Χριστού που δια του  Ευαγγελίου λάμπει στις ψυχές μας. Στο Άγιο Βαπτισμα, έχομε την αναμμένη λαμπάδα που συμβολίζει ότι το νεοφώτιστο πρέπει να βλέπει τα καλά έργα και να δοξάζει τον Θεο. «Οὕτω λαμψάτω τό φως  ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἄνθρωπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσουσιν τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοίς οὐρανοίς». Στο Μυστήριο του Γάμου, το άναμμα των λευκών λαμπάδων συμβολίζει την αγνότητα των ψυχών των νεονύμφων. Επίσης το κερί το συναντάμε και στα μνημόσυνα, το οποίο συμβολίζει την παράκλησή μας υπέρ των κεκοιμημένων. Να τούς αναπαύει ο Κυριος εν τόπω φωτεινώ. Απ’ όλα αυτά καταλαβαίνομε ότι το άναμμα του κεριού δεν είναι απλώς μια τυπική, αλλά μια σπουδαία πράξη στην οποία πρέπει να δώσομε το ενδιαφέρον που της αξίζει.

 

 

ΥΜΝΟΙ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Posted in Χωρίς κατηγορία στις 5:18 μμ από Πατήρ Χρήστος Πυτιρίνης


ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ

Posted in Χωρίς κατηγορία στις 5:14 μμ από Πατήρ Χρήστος Πυτιρίνης

ΑΓΝΗ ΠΑΡΘΕΝΕ

Posted in Χωρίς κατηγορία στις 5:11 μμ από Πατήρ Χρήστος Πυτιρίνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

Posted in Χωρίς κατηγορία στις 5:06 μμ από Πατήρ Χρήστος Πυτιρίνης

«Κατέβη δεδικαιωμένoς εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ»

Δυο εικόνες αντίθετες αλλά εξαιρετικά διδακτικές, αγαπητοί μου αδελφοί, μας παρουσιάζει η περικοπή του σημερινού ευαγ­γελίου. Δυο άνθρωποι ξεκινούν για ένα κοινό σκοπό αλλά κα­ταλήγουν σε αντίθετα αποτελέσματα. Ο ένας είναι Φαρισαίος και ο άλλος Τελώνης. Έρχον­ται στο ναό και αυτό δείχνει πώς το θρησκευτικό τους συναί­σθημα είναι βαθιά ριζωμένο και δεν χάνεται όσο και αν το καταπιέζει η κακία και η αμαρτία, όσο και αν με χίλιους τρόπους αγωνίζονται να το ξεριζώσουν. Ο Φαρισαίος ανήκει στη τάξη των ανθρώπων της πί­στεως. Κρατάει το νόμο και τούς προφήτες και θεωρεί­ται καλός και άγιος. Όμως είναι υποκριτής. Εκμεταλ­λεύεται τη θρησκεία και την ευσέβεια του λαού. Προσεύ­χεται μεγαλόφωνα, για να τον καμαρώνουν και να τον επαινούν οι άλλοι. Ο άλλος ήταν τελώνης. Την εποχή εκείνη τελώνης ήταν το φοβερό επάγγελμα που σήμαινε καταπίεση, εκμετάλλευση και αδικία. Ήλθαν και οι δυο στο ναό. Όμως τί έπρεπε να κά­νουν για να είναι δεκτή η προσευχή τους από το Θεό; Έπρεπε να γκρεμίσουν τα είδωλα που τους τυραννούσαν. Να γνω­ρίσουν σωστά τον αληθινό Θεό, να κατανοήσουν την θρη­σκεία της αγάπης που έλειπε και από τους δυο. Έρχονται να κτυπήσουν την θύρα του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού. Τους εμποδίζει η αμαρτία τους. Ο Φαρισαίος προχωρεί και σταματάει στη μέση του ναού, κοιτάζει δεξιά και αριστερά αν τον βλέ­πουν για να καμαρώνουν τη μεγαλοπρέπειά του και την α­γιότητα, την ευλάβεια και τα καλά του έργα. Η λατρεία του δεν απευθύνεται στο Θεό. Εκείνος λατρεύει τον εαυτό του, το εγώ του. Η προσευχή του είναι ένα εγκώμιο, ένας έπαινος της φαινομενικής αρετής του. Σε ευχαριστώ Θεέ μου, λέει, γιατί δεν είμαι σαν τους άλ­λους αμαρτωλούς ανθρώπους ή και σαν αυτόν τον δυ­στυχισμένο Τελώνη. Εγώ τηρώ  τον νόμο, γιατί νη­στεύω, προσφέρω ελεημοσύνη και τηρώ τις υποχρεώσεις μου στο ναό σου. Αρετή δεν είχε και τους άλλους κατέκρινε. Ύψωνε το ανάστημά του, και τούς άλλους τους έβλεπε τιποτέ­νιους και μηδαμινούς. Δεν είχε καμιά συναίσθηση της ψυ­χικής του καταστάσεως. Θα νόμιζε κανείς πώς ήταν όλοι έτοιμοι να τον θαυμάσουν, να τον επαινέσουν ακόμα και να τον προσκυνήσουν. Αυτοί είναι οι αιώνιοι Φαρισαίοι υποκριτές. Είναι λύκοι με ένδυμα προβάτου. Αιώνιοι εκμεταλλευτές της πίστεως, με τον επενδύτη της αγιότητας. Φαρισαίοι που με το προ­σωπείο του σοφού, του αρχηγού και ηγέτη, εκμεταλλεύο­νται την αφέλεια του λαού με παράνομα συστήματα και καταχθόνια σχέδια. Έξω στην αυλή, στέκεται ο τελώνης. Δεν τολ­μά να μπει μέσα. Είναι σκυμμένος κάτω από το βάρος της ενοχής των αμαρτιών του. Συναισθάνεται την ψυχική του κατάσταση. Είναι περίλυπος και δεν σηκώνει ούτε τα μάτια ψηλά. Κτυπά το στήθος του με τα χέρια δυνατά και ή καρδιά του μέσα σπαράσσεται και πονάει. Συλλογίζεται τα λάθη του, τις αδικίες, τη σκληρή και πονηρή συμπεριφορά του στους άλλους. Δεν τολμά να πει τίποτε. Είναι ο αμαρ­τωλός που παίρνει την απόφαση να μετανοήση. Λίγες λέ­ξεις μόνο προφέρουν τα χείλη του: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἀμαρτωλῷ». Γνωρίζει πόσο άγιος είναι ο Θεός και πόσο ε­κείνος τον πρόσβαλε με τις αμαρτίες του. Ξέρει πώς είναι τα πάντα γνωστά στον Θεό τον παντογνώστη. Ξέρει πως δεν μπορεί τίποτα να κρύψη και πως δεν μπορεί να ξεφύγει από τα μάτια του Θεού. Μόνο ένας δρόμος του μένει ανοικτός. Να ζητήση το  έλεός, του, να με­τανοήση, και να αλλάξει ζωή. Αναγνωρίζει το αμέτρητο έλεός του Θεού και το ασήκωτο βάρος των δικών του αμαρτιών. Η αλλαγή έγινε, ή μετάνοια καρποφόρησε. Η ευλογία και ή χάρης του Θεού απλώνεται στα βάθη της ψυχής του. Η προσευχή τέλειωσε. Ο Φαρισαίος και ο Τελώνης κατέβηκαν από τον ναό και έφυγαν για τα σπίτια τους. Ο Χριστός τους βαθμολόγησε. Ο Φαρισαίος βαθμολογήθηκε με μηδέν, για τον εγωϊσμό του, για την υποκρισία του, για την φαι­νομενική αρετή του. Ο αμαρτωλός Τελώνης δικαιώθηκε με τους στεναγμούς με τα δάκρυα, και με την μετάνοιά του. Είδαμε και τους δυο τύπους ανθρώπων που χαρακτη­ρίζουν την κοινωνία μας. Και οι δυο αντιπροσωπεύουν τον άν­θρωπο που είναι στην αμαρτία. Οι Φαρισαίοι και οι Τελώνες σε κάθε εποχή λερώνουν και μαυρίζουν την κοινωνία με αδικίες και υποκρισίες, με βιαιότητες και απάτες, με ασπλαχνία και δο­λιότητα. Μόνο όταν μετανοήση ο άνθρωπος αγαπητοί μου, παύει να εί­ναι συμφορά για τους άλλους. Ενώ απενα­ντίας γίνεται ευεργετικός και τίμιος. Όσο κανείς μένει σαν τον Φαρισαίο, πάντα θα είναι άδικος και πονηρός περισσότερο από τον Τελώνη γιατί χρησιμοποιεί σαν μέσον την ίδια του τη θρησκεία και εκμεταλλεύεται την πίστη και την ευσέβεια των άλλων.  Από σήμερα, αδελφοί μου, στην αρχή του Κατανυκτικού Τριωδίου, στην αρχή και την εί­σοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία, μας καλεί σε συναίσθηση της πνευματικής και ηθικής μας καταστά­σεως και ζητά την μετάνοια μας και τη διόρθωση του βίου μας. Κανείς δεν μπορεί να καυχάται για την αρετή και την αγιό­τητά του. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί και ένοχοι μπροστά στο Θεό. Η επίδειξη αρετής είναι φαρισαϊσμός. Η ψυχή μας ζητά τον Θεό της και όταν ακόμα επιδιώκουμε να τον αρνηθούμε. Δεν ζούμε στο θέλημά του και παραμερίζουμε τον νόμο του, γιατί μας εμ­ποδίζουν τα πάθη μας σαν τον Φαρισαίο και τον  Τελώνη του σημερινού ευαγγελίου, ο εγωϊσμός και ή δίψα του πλούτου. Η ψυχή μας στενάζει κάτω από το βαρύ φορτίο των αμαρτιών μας. Μετάνοια ειλικρινής και ταπείνωση είναι το κλειδί της σωτηρίας, όπως επιγραμματικά τονίζει στην ση­μερινή περικοπή του ευαγγελίου ο Κύριος: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἐαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἐαυτόν ὑψωθήσε­ται».